αφιερωμένο

Βρίσκομαι ξαπλωμένη σε ένα καφετί σύγνεφο
Το κεφάλι μου γέρνει βαρύ πίσω και ξάφνου ξυπνώ αιφνιδιασμένη από την κίνησή του
Κινείται πιο γρήγορα και βρυχάται
Γεμίζει υδρατμούς και μυρίζει η βροχή που θα στάξει από την κοιλιά του
Ανασκουμπώνομαι και ακουμπώ με τους ώμους να βολευτώ
Η ταχύτητά του εξακολουθεί να με ανησυχεί, δεν το έχω ξανανιώσει έτσι
Ώσπου αντικρύζω εκείνο το παλιό μουτζουρωμένο από χρώματα δικό σου όνειρο
Πέρα μακρυά
Σε βλέπω να κοιμάσαι ακόμα απαλά επάνω του και σηκώνομαι
Ίσα που ισσοροπώ και κάνω ένα άλμα με τις μύτες των ποδιών
Κάνω κι άλλο, πάω να πέσω, φοβάμαι αλλά τρέχω, τώρα τρέχω και η βαρύτητα γδέρνει την πλάτη μου
Η κοιλιά μου δείχνει να θέλει να πέσει κάτω στη γη και το πρόσωπό μου ρουφιέται από τους πνιχτούς αέρηδες
Έρχομαι έρχομαι, είσαι εκεί και είσαι τόσο κοντά
Φτάνω-
Κοιτώ τα βλέφαρά σου, σκύβω τραυματισμένη πάνω από το κούτελό σου να το φιλήσω δυνατά
Έχω ξανά την ευκαιρία
Μια παγερή άμμος ξύνει άγαρμπα το πρόσωπό μου
Και το μάγουλό σου έχει πετρώσει
Όχι, σε παρακαλώ, ξύπνησε και αγκάλιασέ με
Θέλω να ζήσεις για πάντα
Αγγίζω το μεγαλωμένο σου πρόσωπο με τα δυο μου χέρια δυνατά
Δαγκώνω τα μεγάλα μας λάθη και σκίζω το δέρμα μου
Το χαρίζω σε εσένα
Τυλίγω μέσα στις φουσκωμένες φλέβες μου τη λησμονημένη ευχή σου 
Και φυσώ ξανά ζωή στη ζωή σου
Ξυπνάς!
Ω αλήθεια, ξυπνάς! το κάνεις αυτή τη φορά, ανοίγεις τα μάτια
Αυτά τα μεγάλα σου μάτια, με τις αιχμηρές αναμνήσεις
Τα λεπτά σου δάχτυλα ξεκολλάνε αργά από ένα κολλώδες υγρό και αγκαλιάζουν επιτέλους τον ώμο μου
Χαμογελάς! 
Κι έτσι αφήνω την τελευταία μου μνήμη επάνω στα χείλη σου
Νιώθω μία καυτή φλόγα στο λαιμό μου
Και γίνεται χιόνι, στα μάτια μου χορεύω ξανά μαζί σου σ'εκείνο το χιόνι

Σου είπα πολύτιμό μου φυλαχτό, θέλω εσύ να υπάρχεις για πάντα.
πάντα μου άρεσε η ιδέα να χαθώ σε εκείνο το παράλληλο σύμπαν
να ζω σαν σε ταινία που παίζει στο θερινό σινεμά για πάντα
σε αυτό τον κόσμο δεν υπήρξαμε
υπήρξαμε όμως σε εκείνο το θερινό σινεμά
σε ένα ιδιόμορφο πάντα
ίσως να ζήσουμε εκεί
μάλλον μόνο εκεί μπορούμε
μα ίσως να μην υπήρξαμε ούτε κι εκεί
ποιός ξέρει
δεν υπήρχε ούτε ένας θεατής από κάτω να μας χειροκροτήσει
ήμουν εγώ κι εσύ
και το τίποτα
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
σε αυτό τον κόσμο δεν γεννήθηκα ακόμα
σε λίγη ώρα γεννιέμαι
η μητέρα μου ήδη λιποθύμησε από τον πόνο και τρέχουν να σώσουν το μωρό
είμαι τόσο κοντά και έχω ήδη μικρές αναμνήσεις
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
σε αυτό τον κόσμο δεν ζήσαμε
όμως γεννιέσαι μαζί μου στο δίπλα δωμάτιο λίγες μέρες μετά
θα σε συναντήσω στο μέλλον εκείνο
σε εκείνο το σύμπαν όπου η θλίψη σου δεν υπάρχει
σε εκείνο το μέρος όπου τα χείλη μου επιτέλους μπορούν να αγγίξουν την καρδιά σου
προσπάθησε να αντέξεις τον αέρα του
προσπάθησε να περπατήσεις στο χώμα του
μην προσπαθείς άλλο να κρυφτείς
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γεννιέμαι.

Ίσως να είναι το ξημέρωμα

επαναλαμβάνω την μελωδία που με φέρνει δίπλα σου
νιώθω την ιστορία μου να ράβει κομματάκια που λείπουν σε λάθος σημεία
με αποτέλεσμα τα μπαλώματα να είναι εμφανή
η γλώσσα μου έχει εκλογικεύσει την αίσθηση του τυχαίου μου
και η κίνησή μου δηλώνει μία χρονική διάρκεια.

Μα εγώ δεν πιστεύω στον χρόνο (σκέφτομαι)
Παραμένω ξυπόλητη με ένα πιρούνι στο στέρνο μου να περιμένω την αθεράπευτα ανιαρή θαλπωρή.
Στις μύτες ξανά προσπαθώ να φτάσω το πάνω πάνω ράφι
και να νιώσω κι εγώ σαν εσένα

Μα σαν γδούπος ακούγεται η προσπάθειά μου
καθώς τρέφομαι ακόμη από το κατακίτρινο ρίγος που ξεδιπλώνει κάθε ενα ξημέρωμα

Η ιστορία μου συνεχίζεται σε εκείνες τις απέραντες οάσεις που έκαψα μαζί σου
όταν παίξαμε κρυφτό σε μια παιδική χαρά
Για έναν έρωτα
Για ένα πρόσωπο
Για μία χρονική στιγμή

Μα εγω δεν πιστεύω στον χρόνο!

Και τωρα είμαι η ίδια που ήμουν εκεί
με πολλά ακόμη ξημερώματα στα μάτια μου
τόσα πολλά που δεν χώρεσαν και με έκαναν να ψηλώσω, να δέσω, να σφίξει το στήθος μου
από τα μάτια μου να ξεπροβάλλει κάθε επιθυμία μου ηχηρή

Και ακόμα και εδώ
Ποθώ φυλακισμένα ονειρα
κι έχω ένα φωτεινό αγκάθι επάνω στο μάγουλό μου
να με γρατζουνάει κάθε πρωί
να αμφιταλαντεύεται στο μαξιλάρι τις νύχτες

δεν κάνει κακό στους άλλους
σε μένα κάνει.

Transgender lullaby



Because till now
I only knew about materials
of self-constructed loves.

Now that I've let you in
i'm getting closer to what it takes
to create something that there was not there before.



N



Υφαίνει μαύρες κλωστές στα στήθη σου
Είσαι δώδεκα ετών κι έχεις ήδη πέσει από τον τρίτο όροφο
Αναζητώντας την προσοχή που τους χάρισες ως τα γεράματα τους
Απέναντι σου δεκατρία πακέτα τσιγάρα
Περιμένουν να σε συρρικνώσουν
Μα φυσάει πολύ απόψε και η νύχτα είναι στιφή
Τόσο που τη γεύεσαι στο πάνω μέρος του χειλιού σου
Και παρατηρείς τώρα
Πώς κρεμούν τις προσπάθειές σου στο σχοινί
Πώς σου αλείφουν μ’ αυτές το μέτωπο κάθε φορά που γεννιέσαι
Καταλαβαίνεις πως οι λέξεις που μαθαίνεις δεν έχουν ήχο
Μα εσύ νιώθεις το θόρυβό τους
στην κοιλιά σου
Κι έτσι , χωρίζεις σε τρία μέρη τον εαυτό σου στα δεκαοκτώ
κι αρχίζεις να τον τρως στα εικοσιένα
Αρχικά μασουλάς με τα μπροστινά σου δόντια το πάνω μέρος
Αυτό είναι για εσένα
Το μεσαίο κομμάτι το αφήνεις για τους περαστικούς σου
Και το τελευταίο, για το σβήνει σιγανά η βροχή στο παράθυρο
Ύστερα προσκαλείς σε δείπνο
Εκείνον που απέρριψες
Γιατί με τα χρόνια η μοναξιά γίνεται ενοχή
και είπαν πως είναι δυσβάσταχτη
Κάπως έτσι ορίζονται όλα στη βουβή γλώσσα των μεγάλων
Που θέλουν να πιστεύουν τους εαυτούς τους για σπουδαίους
Θα μπορούσε να είναι ίσως λίγο πιο θεατρικό

Μα έχασε την ομορφιά του κάτω από αυτή τη γη.

I.

Στροβιλίζομαι
Βίαια
Με ακινητοποιείς

στέκω
στις μύτες
κοιτώ

μη σπρώχνεις άλλο

τινάζω ελαφρά τα μαλλιά μου
ίσα τώρα που αγγίζουν το πρόσωπό μου

σου αρέσει

μου ζητάς
ξανά.

ξανά
ξανά
ξανά






φεύγω.


II.

Αναρίθμητα κόκκινα μάτια
μέσα σε ένα βαθύ βαθύ πηγάδι
σέρνουν τη λιπόσαρκη πέτσα τους προς τα σένα
είσαι ένας άχρωμος γίγαντας απόψε

και τρομάζεις τον κόσμο.

Τρομάζεις καθώς τα βλέπεις να κινούνται
-πάντα σου άρεσε η γεύση τους
γιατί πάντα κάτι σου διέφευγε-
τα βλέπεις να πλησιάζουν

Κοντοστέκεσαι
πλησιάζουν αργά
και για ένα λεπτό αναρωτιέσαι εάν κάποιος τα κινεί,
ξύνεις τώρα αμήχανα το σβέρκο σου

βρίσκεσαι  σε πλήρη περισυλλογή
στα πόδια σου χασκογελούν τα σαρκοβόρα μάτια
ξανοιγμένα σα ζουμπούλια
πολλαπλασιάζονται

κι εσύ
 γνωρίζεις μόνο πώς να τα στραγγίζεις στόμα σου





μα δεν αρκεί.




Ω.


i.  Κάθε βράδυ βυθίζω τις σκέψεις μου.
Σε συναντώ με την επίφαση μιας κάποιας ηρεμίας
Με αφοπλίζεις ακαριαία.
Κοιτώ λοιπόν από το ατσαλένιο μου παράθυρο τους πύργους που καίνε
Κοιτώ ευθύς τα βλέφαρά σου προσπαθώντας να τα ζωγραφίσω επάνω μου
καταφέρνω μονάχα να ρουφήξω την υγρασία τους
διαρκώς καταπίνω το χρώμα τους
μα με μουτζουρώνει μανιωδώς//

-----------

ii. Πνίγω μία λέξη
και ισορροπώ
σε δυο κοφτερές γωνίες
ανασκουμπώνομαι στην παγωμένη μου θέση
και δένομαι πιο σφιχτά

η ρήξη μου με την ακραία πραγματικότητα
ένα διαρκές λούνα παρκ.

Ανασηκώνεις την εφηβική σου αυτοπεποίθηση με δυσκολία
και καταβάλλεις προσπάθειες
να πειστείς για την εγκυρότητα κάποιας παλιάς σου πεποίθησης
και ο πυρετός μου ανεβαίνει
όσο έξω σκοτεινιάζει
όσο περνά η ώρα και δεν βλέπεις πως αδυνατείς να με ξεδέσεις//

-------------------

iii. Βλέπω να ταράζεται η θάλασσα καθώς την πονάμε με το ανυπόμονο πλοίο-
άλλοι πίσω μου φωτογραφίζουν τα χάρτινα σύγνεφα,
άλλοι παίζουν με τις στάλες χιονιού
κι άλλοι στρογγυλοκάθονται στις άβολες θέσεις τους
-
τους αποφεύγω.

Μα είδα από πριν τις πελώριες τρύπες
ανάμεσα στα φρύδια τους
και με τρομάζουν
Περπατώ προς την πλώρη
πάντα με ερέθιζε η σκέψη του θανάτου μου εκεί

Βλέπω ευθύς να χοροπηδούν ζαλισμένες στις οικονομικές θέσεις
αμέτρητες αναμνήσεις παιδικών γέλιων και χαχανητών
αναθαρρεί η αφέλειά μου τώρα και τολμά μία προσπάθεια επιβίωσης
μα ακόμα δεν κατανοώ πού στο καλό βλέπετε το μυστήριο
και ίσως αυτό γκρεμίζει τα στηρίγματα.


Τόσες ευφάνταστες επεξηγήσεις
για μία τόση δα παιδική συνήθεια.